Ένα ανοιξιάτικο βράδυ του 1864 μια συμμορία ληστών μπήκε στους Μύλους. Λήστεψε το σπίτι του παρέδρου, σκότωσε δύο ανθρώπους και πήρε τον πάρεδρο δεμένο μέσα στη νύχτα. Οι εφημερίδες της εποχής μάς λένε τι έγινε και πώς τελείωσε η ιστορία.
Ένας πάρεδρος που υποδέχτηκε έναν βασιλιά
Έξι χρόνια νωρίτερα, τον Μάρτιο του 1858, ο Λουκάς Γιαννακόπουλος είχε τη μεγάλη του μέρα. Ο βασιλιάς Όθων και η βασίλισσα Αμαλία ήρθαν από το Ναύπλιο στους Μύλους με το ατμόπλοιο Σφενδόνη. Ως ειδικός πάρεδρος των Μύλων, ο Λουκάς είχε στρώσει τους δρόμους με μυρτιές και είχε στήσει αψίδα με επιγραφές. Όλο το χωριό τούς υποδέχτηκε με την τοπική μουσική, και το βασιλικό ζεύγος επισκέφθηκε το δημόσιο σιδηρουργείο, που δούλευε με τα νερά των πηγών.
Οι Μύλοι ήταν τότε ένα μικρό χωριό του δήμου Άργους: λίγα σπίτια και μαγαζιά, οι μύλοι και το σιδηρουργείο. Ήταν ταραγμένα χρόνια. Το 1862 ο Όθων είχε εκθρονιστεί, και στο χάος που ακολούθησε πολλοί κρατούμενοι αποφυλακίστηκαν και συμμορίες ληστών γύριζαν την Πελοπόννησο.
«Περί λύχνων αφάς»
Στις 26 Απριλίου 1864 (8 Μαΐου με το σημερινό ημερολόγιο), «περί λύχνων αφάς», μια συμμορία με περισσότερους από δώδεκα ληστές εμφανίστηκε στους Μύλους. Πήγαν κατευθείαν στο σπίτι του παρέδρου. Εκεί βρήκαν μόνο 800 δραχμές σε νομίσματα. Τους φάνηκαν λίγες, κι έτσι πήραν μαζί τους τον ίδιο τον Λουκά, με δεμένα χέρια.
Ένας στρατιώτης κι ένας δρομέας
Ο Μακρυδάκης, στρατιωτικός και πιθανότατα ο δεκανέας του σιδηρουργείου, όρμησε κατά των ληστών με το όπλο στο χέρι. Σκοτώθηκε. Η σφαίρα διαπέρασε το σώμα του και σκότωσε και τον υπηρέτη ενός άλλου μαγαζιού. Κατά άλλη εφημερίδα, ο Μακρυδάκης είχε προλάβει πιθανότατα να τραυματίσει έναν από τους ληστές.
Στο μεταξύ ένας χωριανός, ο Ανδρέας Θλιβεράς, έτρεξε στο Άργος να δώσει την είδηση. Στο Άργος χτύπησαν οι καμπάνες. Ιππικό και πενήντα ένοπλοι πολίτες ξεκίνησαν για τους Μύλους. Ειδοποιήθηκε και το Κιβέρι. Όταν όμως έφτασε η βοήθεια, οι ληστές είχαν φύγει από ώρα.
Ως το γεφύρι
Η συμμορία έφυγε από την παραλία, με τον Λουκά δεμένο ανάμεσά τους, ως τη γέφυρα του Αλμυρού. Εκεί τον άφησαν ελεύθερο, με την υπόσχεση ότι θα τους δώσει δύο χιλιάδες δραχμές, μια περιουσία για την εποχή. Αν τις πλήρωσε ποτέ, καμία εφημερίδα δεν το αναφέρει.
Την επομένη άρχισαν οι ανακρίσεις. Μερικοί χωρικοί και βοσκοί συνελήφθησαν ως ύποπτοι ότι βοήθησαν τους ληστές. Προς έκπληξη όλων, συνελήφθη και ο άνθρωπος που ως λίγες μέρες πριν ήταν εφημέριος των Μύλων και του Σκαφιδακίου. Τον Ιανουάριο του 1866 ήταν ελεύθερος και λειτουργούσε ως ιερέας στο Άργος. Καταδίκη δεν βρήκαμε πουθενά· γι' αυτό δεν αναφέρουμε το όνομά του.
Η συμμορία του Λύκου
Ποιοι ήταν οι ληστές; Λίγες εβδομάδες αργότερα ένας ευέλπις απήχθη κοντά στον Πειραιά. Όταν αφέθηκε ελεύθερος με λύτρα, είπε ότι τον κρατούσε ο λήσταρχος Λύκος, «όστις είναι ο διαπράξας προ μικρού την εν Μύλοις ληστείαν, 12 έχων οπαδούς».
Ο Λύκος λεγόταν στην πραγματικότητα Γεώργιος Λύγκος και καταγόταν από το Χέλι, ορεινό χωριό στα σύνορα Αργολίδας και Κορινθίας. Ήταν παλιός ληστής που είχε πάρει κάποτε αμνηστία από τον Όθωνα και που μετά την έξωσή του ξαναβγήκε στο βουνό, ενώ είχε ήδη περάσει τα εξήντα. Τον Δεκέμβριο του 1864 ένα βασιλικό διάταγμα τον κατέταξε στους ληστές πρώτης τάξεως, με αμοιβή 3.000 δραχμών «για τη σύλληψη ή τον θάνατό του». Το 1865 ένας βουλευτής ρώτησε γιατί οι αρχές δεν συλλαμβάνουν τον ληστή Λύγκο, «τον παρά τη λίμνη της Λέρνης φωλεύοντα», δίπλα δηλαδή στους Μύλους.
Πώς τελείωσε
Το 1865 μέλη της συμμορίας συνελήφθησαν κοντά στο Ναύπλιο. Η δίκη τους μεταφέρθηκε στη Σύρο, επειδή ο Λύγκος απειλούσε από το βουνό μάρτυρες και ενόρκους «με πυρ και μάχαιρα». Τον Ιούνιο του 1866 αρκετά μέλη της συμμορίας, ανάμεσά τους και ο ανιψιός του, καταδικάστηκαν εκεί σε θάνατο. Αν η ληστεία των Μύλων ήταν μία από τις υποθέσεις που δικάστηκαν, οι ανταποκρίσεις δεν το λένε.
Ο ίδιος ο Λύγκος δεν συνελήφθη ποτέ. Σύμφωνα με τις εφημερίδες σκοτώθηκε το 1868 κοντά στη Δημητσάνα από έναν δικό του άνθρωπο, αν και οι ειδήσεις αντιφάσκουν. Οι Μύλοι έμειναν για χρόνια επικίνδυνος τόπος: το 1867 η εφημερίδα Η Αργολίς χαρακτήριζε ακόμη το χωριό «επικίνδυνο για τη δημόσια ασφάλεια». Ο πρώτος αστυνομικός σταθμός στους Μύλους που γνωρίζουμε χρονολογείται από το 1889.
Πηγές
- Βελτίωσις (Τρίπολη), 11 Μαρτίου 1858: η επίσκεψη του Όθωνα και της Αμαλίας.
- Παλιγγενεσία (Αθήνα), 30 Απριλίου 1864 σ. 4 (ανταπόκριση από το Άργος της 27ης Απριλίου), 5 Μαΐου 1864 σ. 3, 18 Δεκεμβρίου 1864 σ. 4 και 28 Ιανουαρίου 1866 σ. 4.
- Νομιμόφρων, 4 Μαΐου 1864 σ. 4 και 14 Μαΐου 1864 σ. 4· Αρκαδία (Τρίπολη), 4 Μαΐου 1864 σ. 2· Αυγή, 13 Μαΐου 1864 σ. 3.
- Κλειώ (Τεργέστη), 27 Οκτωβρίου 1865 σ. 3· Ερμούπολις (Σύρος), 15 Ιουνίου 1866 σ. 1· Πατρίς (Σύρος), Ιούνιος–Ιούλιος 1866.
- Η Αργολίς (Ναύπλιο), 1867· Αυγή, 7 Νοεμβρίου 1868· Παλιγγενεσία, 15 Σεπτεμβρίου 1869.
- Όλες οι εφημερίδες: Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων. Ημερομηνίες με το παλαιό (ιουλιανό) ημερολόγιο.
- Η εικόνα στην αρχή είναι φανταστική απεικόνιση, φτιαγμένη με τεχνητή νοημοσύνη. Εικόνες της ίδιας της ληστείας δεν υπάρχουν.



